Μετάβαση στο περιεχόμενο

itch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
itch itches

itch (en)

  1. η φαγούρα
    παράδειγμα  She feels an itch on her face.
    Αυτή νιώθει φαγούρα στο πρόσωπό της.
  2. η λαχτάρα, η έντονη επιθυμία
    παράδειγμα  I feel an itch to return home.
    Νιώθω λαχτάρα για την πατρίδα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη longing
ενεστώτας itch
γ΄ ενικό ενεστώτα itches
αόριστος itched
παθητική μετοχή itched
ενεργητική μετοχή itching

itch (en)

  1. (αμετάβατο) με φαγουρίζει, με τρώει
    παράδειγμα  My eyes itch.
    Με φαγουρίζουν τα μάτια μου.
    παράδειγμα  I’m scratching my arm because it itches.
    Ξύνω το χέρι μου γιατί με τρώει.
  2. (αμετάβατο, ανεπίσημο) ανυπομονώ, λαχταρώ να κάνω κάτι
    παράδειγμα  I’m itching to travel.
    Ανυπομονώ να ταξιδέψω.
    παράδειγμα  They were itching for the concert to start.
    Λαχταρούσαν να αρχίσει η συναυλία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη long