βασίλειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βασίλειο τα βασίλεια
      γενική του βασιλείου των βασιλείων
    αιτιατική το βασίλειο τα βασίλεια
     κλητική βασίλειο βασίλεια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασίλειο < αρχαία ελληνική βασιλεύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ˈsi.li.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασίλειο ουδέτερο

  1. χώρα που διοικείται από έναν βασιλιά
    το βασίλειο της Σουηδίας / του Βελγίου
  2. το σύνολο των ζώων ή των φυτών
    το ζωικό βασίλειο, το φυτικό βασίλειο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]