Reich

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : reich

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Reich Reiche
γενική Reich(e)s Reiche
δοτική Reich(e) Reichen
αιτιατική Reich Reiche

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Reich (de), ουδέτερο

  1. χώρα που κυβερνάται από μονάρχη, π.χ. βασίλειο ή αυτοκρατορία
    • Das Vereinigte Königreich - To Ηνωμένο Βασίλειο
    • Das Byzantinische Reich - Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία
  2. (βιολογία) μεγάλη ταξινομική κατηγορία των έμβιων όντων, βασίλειο


Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]