ἱερεύς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἱερεύς | οἱ | ἱερεῖς - ἱερῆς* |
| γενική | τοῦ | ἱερέως | τῶν | ἱερέων |
| δοτική | τῷ | ἱερεῖ | τοῖς | ἱερεῦσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | ἱερέᾱ | τοὺς | ἱερέᾱς |
| κλητική ὦ! | ἱερεῦ | ἱερεῖς - ἱερῆς* | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἱερῆ1 ή ἱερεῖ2 | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἱερέοιν | ||
| * αττικός τύπος 1 όπως στη Γραμματική του Smyth 2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου. | ||||
| 3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἱερεύς αρσενικό
- (θρησκεία, επάγγελμα) ιερέας
- ※ ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ καὶ τῆς πληθύος τῶν προσκεκλημένων κατέπεσεν τὸ δάπεδον τοῦ δωματίου καὶ ἱερεύς, νυμφίος, παράνυμφοι καὶ προσκεκλημένοι κατέπεσον φύρδην μίγδυν εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί κουλουβάχατα ἐγένοντο ἐκεῖ. (Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, 2015)
- ※ λέγωμεν δὴ τοῖς μὲν ἱεροῖς νεωκόρους τε καὶ ἱερέας καὶ ἱερείας δεῖν γίγνεσθαι
- Ας πούμε, λοιπόν, ότι για μεν τα ιερά πρέπει να υπάρχουν νεωκόροι (φύλακες ναών) και ιερείς και ιέρειες....
- (Πλάτων, Νόμοι. Βιβλίο ΣΤ)
- θυσιαστής
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη ἱερός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἱερεύς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἱερεύς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -εύς (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θρησκεία (αρχαία ελληνικά)
- Επαγγέλματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)