Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱερεύς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ιερέας

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἱερεύς οἱ ἱερεῖς - ἱερῆς*
      γενική τοῦ ἱερέως τῶν ἱερέων
      δοτική τῷ ἱερεῖ τοῖς ἱερεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἱερέ τοὺς ἱερέᾱς
     κλητική ! ἱερεῦ ἱερεῖς - ἱερῆς*
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἱερ1 ή ἱερεῖ2
γεν-δοτ τοῖν  ἱερέοιν
* αττικός τύπος
1 όπως στη Γραμματική του Smyth
2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου.
3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱερεύς, ήδη μυκηναϊκή 𐀂𐀋𐀩𐀄 (i-je-re-u) < ἱερ(ός) + -εύς [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἱερεύς αρσενικό

  1. (θρησκεία, επάγγελμα) ιερέας
      ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ καὶ τῆς πληθύος τῶν προσκεκλημένων κατέπεσεν τὸ δάπεδον τοῦ δωματίου καὶ ἱερεύς, νυμφίος, παράνυμφοι καὶ προσκεκλημένοι κατέπεσον φύρδην μίγδυν εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί κουλουβάχατα ἐγένοντο ἐκεῖ. (Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, 2015)
      λέγωμεν δὴ τοῖς μὲν ἱεροῖς νεωκόρους τε καὶ ἱερέας καὶ ἱερείας δεῖν γίγνεσθαι
    Ας πούμε, λοιπόν, ότι για μεν τα ιερά πρέπει να υπάρχουν νεωκόροι (φύλακες ναών) και ιερείς και ιέρειες....
    (Πλάτων, Νόμοι. Βιβλίο ΣΤ)
  2. θυσιαστής

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ἱερός

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.