γηρατειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση πληθυντικός
ονομαστική γηρατειά
γενική γηρατειών
αιτιατική γηρατειά
κλητική γηρατειά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γηρατειά < γηράσκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝi.ɾa.ˈtça/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γηρατειά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • η χρονική περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος φτάνει σε μια μεγαλύτερη ηλικία
  • (συνεκδοχικά) το σύνολο των ηλικιωμένων ανθρώπων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]