γεράματα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεράματα
γενική γεραμάτων
αιτιατική γεράματα
κλητική γεράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεράματα < μεσαιωνική ελληνική γηράματα, πληθυντικός του γήραμα < αρχαία ελληνική γηράω / γηρῶ / γηράσκω < γῆρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεράματα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τώρα στα γεράματα, μάθε, γέρο, γράμματα: για κάτι (κυρίως για τις σπουδές) που κανονικά γίνεται όταν κάποιος είναι νέος και έχει δυνάμεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]