φθαρμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φθαρμένος φθαρμένη φθαρμένο
γενική φθαρμένου φθαρμένης φθαρμένου
αιτιατική φθαρμένο φθαρμένη φθαρμένο
κλητική φθαρμένε φθαρμένη φθαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φθαρμένοι φθαρμένες φθαρμένα
γενική φθαρμένων φθαρμένων φθαρμένων
αιτιατική φθαρμένους φθαρμένες φθαρμένα
κλητική φθαρμένοι φθαρμένες φθαρμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φθείρω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φθαρμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]