geezer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

geezer (en)

  1. (ο) τυπάς
  2. (ΗΠΑ) γέρος-ηλικιωμένος άνδρας