απαρχαιωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαρχαιωμένος απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
γενική απαρχαιωμένου απαρχαιωμένης απαρχαιωμένου
αιτιατική απαρχαιωμένο απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
κλητική απαρχαιωμένε απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαρχαιωμένοι απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα
γενική απαρχαιωμένων απαρχαιωμένων απαρχαιωμένων
αιτιατική απαρχαιωμένους απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα
κλητική απαρχαιωμένοι απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαρχαιωμένος < αρχαία ελληνική ἀπηρχαιωμένος, μετοχή παρακειμένου του ἀπαρχεοῦμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απαρχαιωμένος

  • που είναι τόσο παλιός ώστε να μη συμβαδίζει πια με τις σύγχρονες καταστάσεις, αντιλήψεις ή απαιτήσεις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]