dépassé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | dépassé | dépassés |
| θηλυκό | dépassée | dépassées |
Μετοχή
[επεξεργασία]dépassé (fr)
Επίθετο
[επεξεργασία]dépassé (fr)
- ντεπασέ, ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος, αραχνιασμένος
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεπασέ