αρχαία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχαία < αρχαία ελληνικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχαία ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. τα αρχαία ελληνικά, ως γλώσσα και ως σχολικό μάθημα
    αύριο θα γράψουμε διαγώνισμα στα αρχαία

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αρχαία