αρχαιοκάπηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχαιοκάπηλος αρχαιοκάπηλοι
γενική αρχαιοκαπήλου
& αρχαιοκάπηλου
αρχαιοκαπήλων
& αρχαιοκάπηλων
αιτιατική αρχαιοκάπηλο αρχαιοκαπήλους
& αρχαιοκάπηλους
κλητική αρχαιοκάπηλε αρχαιοκάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχαιοκάπηλος < αρχαιο- + κάπηλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχαιοκάπηλος αρσενικό ή θηλυκό

  • κάποιος που παράνομα ασχολείται με το εμπόριο αρχαίων αντικειμένων
    Έκτακτα μέτρα «για την προστασία των αρχαιοτήτων μας σε διάφορες περιοχές της χώρας ενόψει καλοκαιριού» προετοιμάζει το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και αρμόδιες υπηρεσίες, έπειτα από πληροφορίες ότι «συμμορίες αρχαιοκάπηλων αλωνίζουν αρχαιολογικές περιοχές». (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]