Μετάβαση στο περιεχόμενο

τζαμί

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τζάμι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τζαμί τα τζαμιά
      γενική του τζαμιού των τζαμιών
    αιτιατική το τζαμί τα τζαμιά
     κλητική τζαμί τζαμιά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
τζαμί

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τζαμί < (άμεσο δάνειο) τουρκική cami < αραβική جامع (cāmi)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /d͡zaˈmi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τζαμί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τζαμί ουδέτερο

  • (ισλαμισμός) μουσουλμανικός ναός, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν.
      «Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις,
    να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;»
    Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε, και με θυμόν τον λέγει·
    «Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε·
    εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω.
    Ο θάνατος του Διάκου, δημοτικό τραγούδι, Fauriel Claude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τ.Α΄,σελ. 221-222.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]