εκκλησιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐκκλησιαστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκκλησιαστικός εκκλησιαστική εκκλησιαστικό
γενική εκκλησιαστικού εκκλησιαστικής εκκλησιαστικού
αιτιατική εκκλησιαστικό εκκλησιαστική εκκλησιαστικό
κλητική εκκλησιαστικέ εκκλησιαστική εκκλησιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκκλησιαστικοί εκκλησιαστικές εκκλησιαστικά
γενική εκκλησιαστικών εκκλησιαστικών εκκλησιαστικών
αιτιατική εκκλησιαστικούς εκκλησιαστικές εκκλησιαστικά
κλητική εκκλησιαστικοί εκκλησιαστικές εκκλησιαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκλησιαστικός < ελληνιστική κοινή ἐκκλησιαστικός < αρχαία ελληνική ἐκκλησία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • ο υπέυθυνος του ναού

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκκλησιαστικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με την εκκλησία, ανήκει σ' αυτή ή αναφέρεται σ' αυτή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]