Geldstück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Geldstück Geldstücke
γενική Geldstück(e)s Geldstücke
δοτική Geldstück(e) Geldstücken
αιτιατική Geldstück Geldstücke


Ετυμολογία [επεξεργασία]

Geldstück < Geld (χρήμα) + Stück (κομμάτι)

Προφορά[επεξεργασία]

Geldstück 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Geldstück (de), ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]