outside

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

outside (en)

Επίρρημα[επεξεργασία]

outside (en)

  1. έξω
  2. σε ανοιχτό χώρο, όχι σε στεγασμένο
  3. έξω από
    police have broken up protests outside the Ministry of Education

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

outside (en)

  1. η εξωτερική πλευρά ενός πράγματος
  2. η εξωτερική εμφάνιση ενός πράγματος