outside

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

outside < out + side

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός outside
συγκριτικός more outside
υπερθετικός most outside

outside (en)

Επίρρημα[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός outside
συγκριτικός more outside
υπερθετικός most outside

outside (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
outside outsides

outside (en)

  1. η εξωτερική πλευρά ενός πράγματος
  2. η εξωτερική εμφάνιση ενός πράγματος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

outside (en)

  1. εκτός από, σε ένα μέρος έξω από κάτι
    I went outside (of) the store.
    Βγήκα έξω από το μαγαζί.
  2. εκτός, μακριά ή όχι σε ένα συγκεκριμένο μέρος
    outside (of) Greece - εκτός Ελλάδος
  3. εκτός, που δεν είναι μέρος κάτι
    outside (of) the law - εκτός νόμου
    outside (of) shooting range - εκτός πεδίου βολής πεδίο
  4. (outside of) εκτός (από)
    outside of my office work - εκτός από τη δουλειά μου στο γραφείο
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη besides

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]