έξω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἔξω, ἕξω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξω < πρόθεση εξ + -ω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksɔ/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

έξω

  1. στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου
    βγήκε για λίγο έξω για μια δουλειά
  2. έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση
    θα βγούμε έξω το βράδυ με φίλους
  3. προς δήλωση εξαίρεσης
    έξω από τη Μαρία, κανένας άλλος δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση
  4. στο εξωτερικό
    πήγε έξω για μεταπτυχιακές σπουδές

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έξω ουδέτερο άκλιτο

  • η εξωτερική πλευρά ενός αντικειμένου
    το έξω της βαλίτσας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έξω (συνήθως με άρθρο)

  1. που μένει στο εξωτερικό
    οι έξω συγγενείς μου
  2. που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κοινωνική ζωή
    δεν θέλει καμία επαφή με τον έξω κόσμο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]