έξαλλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έξαλλος έξαλλη έξαλλο
γενική έξαλλου έξαλλης έξαλλου
αιτιατική έξαλλο έξαλλη έξαλλο
κλητική έξαλλε έξαλλη έξαλλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έξαλλοι έξαλλες έξαλλα
γενική έξαλλων έξαλλων έξαλλων
αιτιατική έξαλλους έξαλλες έξαλλα
κλητική έξαλλοι έξαλλες έξαλλα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξαλλος < αρχαία ελληνική ἒξαλλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έξαλλος

  1. που έχει παρασυρθεί από εντονότατα συναισθήματα, ο εκτός εαυτού.
    έξαλλος από χαρά, το έξαλλο πλήθος τον ποδοπάτησε
  2. που χαρακτηρίζεται από υπερβολή, ο ξέφρενος
    τα έξαλλα πάθη οδηγούν σε φοβερές πράξεις
  3. αντισυμβατικός, προκλητικός ως προς το κοινωνικά αποδεκτό
    έξαλλο ντύσιμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]