διασκεδάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκεδάζω < ελληνιστική κοινή διασκεδάζω < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι (από τον αόριστο διεσκέδασα) < διά + σκεδάννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sqhed- (1-4: γαλλική dissiper)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.skε.ˈða.zɔ/ και /ðʝa.skε.ˈða.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διασκεδάζω (παθητική φωνή: διασκεδάζομαι - στην 5η σημασία)

  1. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα
    με διασκεδάζουν τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  2. (μεταβατικό) ψυχαγωγώ κάποιον
    ο οικοδεσπότης κάλεσε έναν γελωτοποιό να διασκεδάσει τους καλεσμένους του
  3. (αμετάβατο) χαμογελώ ή γελώ ή νιώθω ευχάριστα με κάτι που γίνεται
    διασκεδάζω με τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  4. (αμετάβατο) ψυχαγωγούμαι
    σήμερα θα βγούμε έξω να διασκεδάσουμε
  5. (σπάνιο) (λόγιο) διασκορπίζω
    πρέπει να κάνουμε κάτι για να διασκεδάσουμε τις υποψίες του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]