διασκεδαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διασκεδαστικός η διασκεδαστική το διασκεδαστικό
      γενική του διασκεδαστικού της διασκεδαστικής του διασκεδαστικού
    αιτιατική τον διασκεδαστικό τη διασκεδαστική το διασκεδαστικό
     κλητική διασκεδαστικέ διασκεδαστική διασκεδαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διασκεδαστικοί οι διασκεδαστικές τα διασκεδαστικά
      γενική των διασκεδαστικών των διασκεδαστικών των διασκεδαστικών
    αιτιατική τους διασκεδαστικούς τις διασκεδαστικές τα διασκεδαστικά
     κλητική διασκεδαστικοί διασκεδαστικές διασκεδαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκεδαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκεδαστικός (κατάλληλος για διασκορπισμό) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική divertissant) [1] < διασκεδαστής < διασκεδάζω < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι < διά + σκεδάννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sqhed-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðʝa.sce.ða.stiˈkos/ και /ði̯a.sce.ða.stiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐α‐σκε‐δα‐στι‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

διασκεδαστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική διασκεδαστικός διασκεδαστική τὸ διασκεδαστικόν
      γενική τοῦ διασκεδαστικοῦ τῆς διασκεδαστικῆς τοῦ διασκεδαστικοῦ
      δοτική τῷ διασκεδαστικ τῇ διασκεδαστικ τῷ διασκεδαστικ
    αιτιατική τὸν διασκεδαστικόν τὴν διασκεδαστικήν τὸ διασκεδαστικόν
     κλητική ! διασκεδαστικέ διασκεδαστική διασκεδαστικόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ διασκεδαστικοί αἱ διασκεδαστικαί τὰ διασκεδαστικᾰ́
      γενική τῶν διασκεδαστικῶν τῶν διασκεδαστικῶν τῶν διασκεδαστικῶν
      δοτική τοῖς διασκεδαστικοῖς ταῖς διασκεδαστικαῖς τοῖς διασκεδαστικοῖς
    αιτιατική τοὺς διασκεδαστικούς τὰς διασκεδαστικᾱ́ς τὰ διασκεδαστικᾰ́
     κλητική ! διασκεδαστικοί διασκεδαστικαί διασκεδαστικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διασκεδαστικώ τὼ διασκεδαστικᾱ́ τὼ διασκεδαστικώ
      γεν-δοτ τοῖν διασκεδαστικοῖν τοῖν διασκεδαστικαῖν τοῖν διασκεδαστικοῖν
2&1η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Επίθετο[επεξεργασία]

διασκεδαστικός, -ή, -όν

Πηγές[επεξεργασία]