ανέμελα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανέμελα < ανέμελος

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ανέμελα

  1. με ξένοιαστο τρόπο, δίχως έγνοιες
  2. φυσιολογικά, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια για κάτι, ενώ όμως απειλεί ένας κινδυνος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ανέμελα