ξωκλήσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξωκλήσι ξωκλήσια
γενική ξωκλησιού ξωκλησιών
αιτιατική ξωκλήσι ξωκλήσια
κλητική ξωκλήσι ξωκλήσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξωκλήσι < εξωκλήσι (ορθογραφική απλοποίηση) < εξωκκλήσι < μεσαιωνική ελληνική ἐξωκκλήσιον < αρχαία ελληνική ἔξω + ἐκκλησία < καλέω / καλῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξωκλήσι ουδέτερο

  • (θρησκεία) εκκλησάκι που βρίσκεται μακριά από κατοικημένες περιοχές και συνήθως λειτουργείται μόνο την ημέρα της εορτής της μνήμης των αγίων ή του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]