εξωτερικεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωτερικεύω < εξωτερικός + -εύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική extérioriser)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξωτερικεύω (παθητική φωνή: εξωτερικεύομαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]