Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκδηλώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκδηλώνω < ελληνιστική κοινή ἐκδηλόω / ἐκδηλῶ < αρχαία ελληνική ἐκ + δηλόω / δηλῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική manifester)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ek.ðiˈlo.no/

εκδηλώνω (παθητική φωνή: εκδηλώνομαι)

  1. εκφράζω κάτι που σκέφτομαι ή αισθάνομαι
  2. φανερώνω, εμφανίζω
      Η περιπλοκότητα της υπόθεσης εκδηλώνεται στον Στάθη με τις μπλεγμένες ερωτικές σχέσεις μεταξύ των μελών των δύο νεαρών ζευγαριών (ο Πάμφιλος αγαπά τη Φαίδρα, που αγαπά τον Χρύσιππο, που αγαπά τη Λαμπρούσα) (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Tο ελληνικό θέατρο από τον 17 στον 20 αιώνα, πρακτικά A' Πανελληνίου θεατρολογικού Συνεδρίου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2002, σελ. 63)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]