προσδιορισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προσδιορισμός οι προσδιορισμοί
      γενική του προσδιορισμού των προσδιορισμών
    αιτιατική τον προσδιορισμό τους προσδιορισμούς
     κλητική προσδιορισμέ προσδιορισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδιορισμός < ελληνιστική κοινή προσδιορισμός < αρχαία ελληνική προσδιορίζω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική déterminatif)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾoz.ði.o.ɾiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προσ‐δι‐ο‐ρι‐σμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσδιορισμός αρσενικό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσδιορίζω
     συνώνυμα: υπολογισμός, καθορισμός
  2. (γραμματική) όρος που προσδιορίζει ή συμπληρώνει άλλη όρο μιας πρότασης
    ※  επιθετικός προσδιορισμός, ομοιόπτωτος προσδιορισμός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]