Μετάβαση στο περιεχόμενο

détermination

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
détermination < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
détermination déterminations

détermination (fr) θηλυκό

  1. ο προσδιορισμός
  2. η αποφασιστικότητα
  3. ο καθορισμός

Συγγενικά

[επεξεργασία]