Μετάβαση στο περιεχόμενο

déterminé

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
déterminé < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
 
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό déterminé déterminés
θηλυκό déterminée déterminées

Επίθετο

[επεξεργασία]

déterminé (fr)

  1. προσδιορισμένος
  2. αποφασισμένος
  3. αποφασιστικός
  4. καθορισμένος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
déterminé déterminés

déterminé (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]