atributo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

atributo (pt) <

ενικός πληθυντικός
atributo atributos

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atributo (pt) αρσενικό

  1. η ιδιότητα, ο [[χαρακτηρισμός], ο προσδιορισμός