υπαίθριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπαίθριος < αρχαία ελληνική ὑπαίθριος < ὕπαιθρος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈpe.θɾi.os/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /iˈpe.θɾi.a/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /iˈpe.θɾi.o/ ουδέτερο
Επίθετο
[επεξεργασία]υπαίθριος, -α, -ο
- που βρίσκεται ή συμβαίνει σε ανοιχτό (μη στεγασμένο) χώρο, στο ύπαιθρο
μια υπαίθρια συναυλία- ※ […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.
- Νικόπολη: Συνεχίζονται οι ανασκαφές στην αρχαία Αγορά, Η Καθημερινή, 29 Μαΐου 2024
- ※ Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)