enter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας enter
γ΄ ενικό ενεστώτα enters
αόριστος entered
παθητική μετοχή entered
ενεργητική μετοχή entering

enter (en)

  1. (μεταβατικό & αμετάβατο, επίσημο) εισέρχομαι, μπαίνω
    At this moment, officials are entering the presidential mansion.
    Αυτή τη στιγμή οι επίσημοι εισέρχονται στο προεδρικό μέγαρο.
    He was convicted because he entered the country with a passport.
    Kαταδικάστηκε, γιατί μπήκε στη χώρα χωρίς διαβατήριο.
    The train enters the station.
    Tο τρένο μπαίνει στο σταθμό.
     συνώνυμα: get in, get on και go in
  2. (μεταβατικό) μπαίνω, αρχίζω ή εμπλέκομαι σε μια δραστηριότητα, μια κατάσταση κτλ.
    The country’s economy is entering a new phase.
    H οικονομία της χώρας μπαίνει σε νέα φάση.
  3. (μεταβατικό, επίσημο, χωρίς παθητική φωνή) μπαίνω, γίνομαι μέλος ενός ιδρύματος, ξεκινάω να εργάζομαι σε έναν οργανισμό ή ένα επάγγελμα
    I enter a college/profession.
    Μπαίνω σε ένα κολέγιο/επάγγελμα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη go into
  4. (μεταβατικό) καταγράφω, καταχωρώ, γράφω με επίσημο τρόπο σε ειδικό κατάλογο
    I enter an item in an accounting book.
    Καταγράφω ένα κονδύλι σε λογιστικό βιβλίο.
    Marriages are entered in books at the registry.
    Οι γάμοι καταχωρίζονται στα βιβλία του ληξιαρχείου.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη record
  5. σας παρουσιάζω (κάποιον ή κάτι)
  6. η αναδίπλωση κειμένου

Πηγές[επεξεργασία]