way

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
way ways

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

way (en)

  1. ο δρόμος
    Drop it in the mail on your way.
    Ρίξτε το στο ταχυδρομείο στο δρόμο σου.
  2. η κατεύθυνση
  3. ο τρόπος, έτσι όπως
    the way she speaks - ο τρόπος που μιλάει
    in a way that cannot be expressed in words - κατά τρόπο που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια
    The way we are going, there will be nothing left for us.
    Έτσι όπως πάμε δε θα μας μείνει τίποτα.

Παράγωγα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 340-341, 895. ISBN 9780194325684. , λήμμα: έτσι, τρόπος