page
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| page | pages |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]page (en)
- η σελίδα
We’re reading the text on page nine.
- Διαβάζουμε το κείμενο στη σελίδα εννέα.
- (πληροφορική) η σελίδα μνήμης
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- (πληροφορική) paging
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- page < (κληρονομημένο) λατινική pagina
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paʒ/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : page
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]page (fr) θηλυκό
- η σελίδα
Qu’est-ce qu’il y a sur cette page ?
- Τι έχει σ’αυτήν την σελίδα;
Πηγές
[επεξεργασία]- page - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- page - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Πληροφορική (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα λατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)