Μετάβαση στο περιεχόμενο

page

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
page pages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

page (en)

  1. η σελίδα
    παράδειγμα  We’re reading the text on page nine.
    Διαβάζουμε το κείμενο στη σελίδα εννέα.
  2. (πληροφορική) η σελίδα μνήμης

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • (πληροφορική) paging

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
page < (κληρονομημένο) λατινική pagina

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paʒ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: page

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

page (fr) θηλυκό

  • η σελίδα
    παράδειγμα  Qu’est-ce qu’il y a sur cette page ?
    Τι έχει σ’αυτήν την σελίδα;