κοπιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπιάζω < αρχαία ελληνική κόπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.pi.ˈa.zɔ/ ή /kɔ.ˈpça.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοπιάζω

  1. κάνω προσπάθεια για κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγωνίζομαι, εργάζομαι σκληρά, μοχθώ
    μια ζωή κοπίαζαν για να τα βγάλουν πέρα
  2. (συνήθως στην προστακτική) επισκέπτομαι κάποιον στο χώρο του (σπίτι, γραφείο κ.λπ.)
    ελάτε, κοπιάστε να φάμε!

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]