κοπιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

κοπιάζω < ελληνιστική κοινή κοπιάζω < κόπος[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.piˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοπιάζω, πρτ.: κοπίαζα, στ.μέλλ.: θα κοπιάσω, αόρ.: κοπίασα, χωρίς παθητική φωνή

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Με προφορά τεσσάρων συλλαβών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

κοπιάζω < μεσαιωνική ελληνική κοπιάζω < ελληνιστική κοινή κοπιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔˈpça.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοπιάζω, πρτ.: κόπιαζα, στ.μέλλ.: θα κοπιάσω, αόρ.: κόπιασα, συνήθως στην προστακτική - χωρίς παθητική φωνή

  1. έρχομαι, φτάνω, επισκέπτομαι
    ελάτε, κοπιάστε να φάμε!
    καλώς εκοπιάσατε! : καλωσήλθατε!
  2. (απειλητικό)
    ας κοπιάσει από δω και θα του δείξω εγώ!

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Με προφορά τριών συλλαβών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κοπιάζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.