μοχθώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοχθώ < αρχαία ελληνική μοχθῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μοχθώ

  1. εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]