labour

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

labour (en) (ΗΒ) και labor (ΗΠΑ)

  1. η προσπάθεια που καταβάλλεται σε μία συγκεκριμένη εργασία
  2. ο άθλος
    the twelve labours of Heracles
  3. οι εργάτες γενικά, η εργατική τάξη, η εργατική δύναμη
  4. (Labour, Labour Party) Το Εργατικό Κόμμα
  5. ο τοκετός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

labour (en)

  1. (αμετάβατο) δουλεύω, μοχθώ
  2. (μεταβατικό) επεξεργάζομαι κάτι λεπτομερώς
  3. (μεταβατικό) καταπονώ, κουράζω
  4. κοιλοπονάω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

(4)