mal
Εμφάνιση
Αζεριανά (az)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (az)
- ιδιοκτησία
- τα αγαθά
- (προφορικό) το εμπόρευμα
- τα βοοειδή
- (θηλαστικό ζώο) η αγελάδα
- το βόειο κρέας
- (προφορικό) χαζός, ανόητος άνθρωπος
- (προφορικό, μειωτικό) χοντρή γυναίκα
Αλβανικά (sq)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (sq) αρσενικό (οριστικός τύπος: mali) (πληθυντικός male)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (fr) αρσενικό
Επίρρημα
[επεξεργασία]mal (fr)
- C'est mal de bâiller devant son interlocuteur - είναι άσχημο να χασμουριέται κανείς μπροστά στο συνομιλητή του
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maːl/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mal
Μόριο
[επεξεργασία]mal (de)
- χρησιμοποιείται σε οικείες εκφράσεις
Ηör mal.
Άκου λίγο.
Sag mal was.
Για πες κάτι.
Schau mal.
Για δες.
Επίρρημα
[επεξεργασία]mal (de)
- κάποια στιγμή
Ich werde mal nachfragen.
Θα ρωτήσω (κάποια στιγμή).
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]mal (de)
- επί
Sieben mal dreizehn ist einundneunzig.
Επτά επί δεκατρία ίσον ενενήντα ένα.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]mal (de)
- 2ο πρόσωπο ενικού, προστακτική του malen
Mal doch mal wieder ein Bild.
Ζωγράφισε πάλι μια εικόνα.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη mal-
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (ca)
- ο πόνος
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]mal (pt)
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (ro) ουδέτερο
- η όχθη
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mal < οθωμανική τουρκική مال (mal) < αραβική مَال (māl, ιδιοκτησία)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mal (tr)
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αζεριανά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αζεριανά)
- Αζεριανή γλώσσα
- Ουσιαστικά (αζεριανά)
- Προφορικοί όροι (αζεριανά)
- Θηλαστικά (αζεριανά)
- Ζώα (αζεριανά)
- Μειωτικοί όροι (αζεριανά)
- Αλβανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αλβανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Επιρρήματα (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Μόρια (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Επιρρήματα (γερμανικά)
- Σύνδεσμοι (γερμανικά)
- Ρηματικοί τύποι (γερμανικά)
- Καταλανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (καταλανικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Επιρρήματα (πορτογαλικά)
- Ρουμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ρουμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (τουρκικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (τουρκικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (τουρκικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τουρκικά)
- Τουρκική γλώσσα
- Ουσιαστικά (τουρκικά)
- Αντίστροφο λεξικό (τουρκικά)
- Οικονομία (τουρκικά)
- Προφορικοί όροι (τουρκικά)
- Μειωτικοί όροι (τουρκικά)
- Αργκό (τουρκικά)
- Χυδαιολογίες (τουρκικά)