που

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

που < μεσαιωνική ελληνική που < αρχαία ελληνική ὅπου

Open book 01.svg Μόριο[]

που

  1. αναφορικό· αντικαθιστά στο λόγο όλες τις κλιτές μορφές της αντωνυμίας ο οποίος
    ο άνθρωπος που (=τον οποίο) είδα στο δρόμο ήταν ένας παλιός μου φίλος
    τα παιδιά που (=τα οποία) με χαιρέτησαν ήταν παλιοί μαθητές μου
  2. ως ειδικός σύνδεσμος
    με ξάφνιασε που (=το ότι) σε είδα έτσι ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια
  3. ως αιτιολογικός (αποτελεσματικός) σύνδεσμος
    χαίρομαι που (=διότι) σε βλέπω ξανά

32πχ Μεταφράσεις[]