mali
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mali < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μεγάλη
Επίθετο
[επεξεργασία]mali (màli)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mali (màli)
Πηγές
[επεξεργασία]- màli Vocabolario σελ.311 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Μπαμπάρα (bm)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mali
Σερβικά (sr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]mali (sr)
- λατινική γραφή του мали
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mali (fi)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Επίθετα (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Γλώσσα μπαμπάρα
- Ουσιαστικά (μπαμπάρα)
- Σερβική γλώσσα - λατινικό αλφάβητο
- Επίθετα (σερβικά-λατινικό αλφάβητο)
- Φινλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (φινλανδικά)