Μετάβαση στο περιεχόμενο

mali

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mali < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μεγάλη

Επίθετο

[επεξεργασία]

mali (màli)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mali (màli)


Μπαμπάρα (bm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mali


Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

mali (sr)

  • λατινική γραφή του мали

Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mali (fi)