passer
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- passer < παλαιά γαλλική passer < λατινική passare < passus < pando < πρωτοϊταλική *patnō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂-
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- passer - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- passer - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé