Μετάβαση στο περιεχόμενο

passer

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
passer < παλαιά γαλλική passer < λατινική passare < passus < pando < πρωτοϊταλική *patnō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂-

Προφορά

[επεξεργασία]
 

passer (fr) (αμετάβατο)

  1. περνώ
  2. παρέρχομαι

(μεταβατικό)

  1. περνώ, μεταφέρω, δίνω, πασάρω
  2. σουρώνω
  3. πάω πάσο