κοπή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπή κοπές
γενική κοπής κοπών
αιτιατική κοπή κοπές
κλητική κοπή κοπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπή < από την αρχαία ελληνική λέξη κοπή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπή θηλυκό

  1. η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο
    Η κοπή της πίτας
  2. η δημιουργία νέων νομισμάτων
    Κυκλοφορούν λίρες παλαιάς και 'νέας κοπής'


Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • νέας κοπής: παλιότερα αναφερόταν στα νομίσματα, αλλά τώρα χρησιμοποιείται και για κάθε τι καινοφανές, για νέου ειδους συμπεριφορές (π.χ. μνημονιακοί σοσιαλιστές νέας κοπής με πισίνες και λογαριασμούς στη Ζυρίχη)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κοπή κοπά κοπαί
Γενική κοπῆς κοπαῖν κοπῶν
Δοτική κοπ κοπαῖν κοπαῖς
Αιτιατική κοπήν κοπά κοπάς
Κλητική κοπή κοπά κοπαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπή < αρχαία ελληνική κόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπή θηλυκό

  1. κόψιμο σε κομμάτια
  2. σφαγή
  3. κατασκευή και κοπή νομίσματος
  4. διαζύγιο