κόπανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόπανος οι κόπανοι
      γενική του κόπανου των κόπανων
    αιτιατική τον κόπανο τους κόπανους
     κλητική κόπανε κόπανοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπανος < ελληνιστική κοινή κόπανος < αρχαία ελληνική κόπανον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπανος αρσενικό

  1. εργαλείο με το οποίο κοπανάμε
    1. εργαλείο κοπανήματος σκλάβων
    2. εργαλείο κοπανήματος φυτών για να διαχωριστεί ο καρπός
    3. χοντρό και βαρύ αντικείμενο με το οποίο κοπανάμε τα ρούχα όταν τα πλένουμε στη νεροτριβή ή στη θάλασσα
    4. το πίσω μέρος του κοντακίου του όπλου
  2. (μειωτικό) χαρακτηρισμός για πρόσωπο γενικά ανεπιθύμητο λόγω της εγωκεντρικής στάσης του ή της χαμηλής νοημοσύνης του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]