Μετάβαση στο περιεχόμενο

κόπανος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόπανος οι κόπανοι
      γενική του κόπανου των κόπανων
    αιτιατική τον κόπανο τους κόπανους
     κλητική κόπανε κόπανοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόπανος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόπανος < ελληνιστική κοινή κόπανον (γουδοχέρι) < αρχαία ελληνική κόπ(τω) + -ανον[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόπανος αρσενικό

  1. το εργαλείο με το οποίο κοπανάμε
    1. μικρό σφυρί που χρησιμοποιούν οι βαρελάδες και οι καλαφάτηδες, ματσόλα
    2. το εργαλείο αλωνίσματος σιτηρών για να διαχωριστεί ο καρπός
    3. το χοντρό και βαρύ αντικείμενο με το οποίο κοπανάμε τα ρούχα όταν τα πλένουμε στη νεροτριβή ή στη θάλασσα
    4. το πίσω μέρος του κοντακίου του όπλου
  2. (μειωτικό) κουτός, ανόητος και αντιπαθητικός
     συνώνυμα: βούρλο, βλάκας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κόπανος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόπανος < (άμεσο δάνειο) βενετική copano

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόπανος αρσενικό (και σήμερα σε χρήση με διαφορετική σημασία)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κόπανος οἱ κόπανοι
      γενική τοῦ κοπάνου τῶν κοπάνων
      δοτική τῷ κοπάν τοῖς κοπάνοις
    αιτιατική τὸν κόπανον τοὺς κοπάνους
     κλητική ! κόπανε κόπανοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κοπάνω
γεν-δοτ τοῖν  κοπάνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόπανος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόπανος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)