battoir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
battoir battoirs

battoir (fr) αρσενικό

  1. χτυπητήρι
  2. (οικείο) χερούκλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: battre