κοπανώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπανώ < κοπανίζω < ελληνιστική κοινή κοπανίζω < κόπανος <αρχαία ελληνική κόπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kop- (χτυπώ, πλήττω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοπανώ

  1. χτυπώ τα ρούχα με τον κόπανο
  2. χτυπώ κάτι ή κάποιον, του καταφέρω διαδοχικά χτυπήματα
    συνώνυμα: χτυπώ, σφυροκοπώ
  3. την κοπανάω: απουσιάζω από το σχολείο αδικαιολόγητα: ενώ είχα ξεκινήσει το πρωί για το σχολείο, πήγα κάπου αλλού για να περάσω πιο ευχάριστα· κατ' επέκταση, απουσιάζω αδικαιολόγητα από τη δουλειά μου ή οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση
    συνώνυμα:: κάνω κοπάνα
  4. την κοπανάω: φεύγω από κάπου, συχνά για να αποφύγω κάτι δυσάρεστο
    η ώρα πήγε 3, οπότε εγώ την κοπανάω και καθίστε εσείς τα κορόιδα να δουλέψετε υπερωρία
  5. την κοπανάω: δραπετεύω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]