κοπανώ
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από κοπανάω)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοπανώ < κοπανίζω < (ελληνιστική κοινή) < κόπανος < αρχαία ελληνική κόπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kop- (χτυπώ, πλήττω)
Ρήμα
[επεξεργασία]κοπανώ
- χτυπώ τα ρούχα με τον κόπανο
- χτυπώ κάτι ή κάποιον, του καταφέρω διαδοχικά χτυπήματα
- ※ Κοιμήσου τώρα και κλείσε τα παράθυρα. Δεν μπορώ να τ' ακούω, τα κοπανά ο αγέρας... (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])
- ≈ συνώνυμα: χτυπώ, σφυροκοπώ
- την κοπανάω:
- απουσιάζω αδικαιολόγητα από κάπου όπου έχω υποχρέωση να βρίσκομαι (λ.χ. από το σχολείο, την εργασία, μια συγκέντρωση) ή αποχωρώ, συνήθως για να αποφύγω κάτι δυσάρεστο
η ώρα πήγε 3, οπότε εγώ την κοπανάω γιατί βαρέθηκα και δεν έχω όρεξη να ακούω όλες αυτές τις ανοησίες μέχρι το βράδυ- ※ Μαντραπήδα λοιπόν είναι η μέθοδος κατά την οποία όταν είμαστε φαντάροι βγαίνουμε από το στρατόπεδο χωρίς να έχουμε έξοδο ή άδεια. Πως; Μα… πηδώντας την μάντρα, δηλαδή κάνοντας μαντραπήδα. Φυσικά η μαντραπήδα μπορεί να γίνει μόνο βραδυνές ώρες: την κοπανάς, πας για ποτό και επιστρέφεις και κοιμάσαι χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανείς. Γιατί αν σε πάρει χαμπάρι κάποιος την έβαψες… (3 τρόποι για να κάνεις μαντραπήδα στον στρατό χωρίς να σε πιάσουν, menshouse.gr, 04/05/2017 )
- ≈ συνώνυμα: κάνω κοπάνα
- δραπετεύω
- απουσιάζω αδικαιολόγητα από κάπου όπου έχω υποχρέωση να βρίσκομαι (λ.χ. από το σχολείο, την εργασία, μια συγκέντρωση) ή αποχωρώ, συνήθως για να αποφύγω κάτι δυσάρεστο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χτυπώ τα ρούχα