δραπετεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραπετεύω < αρχαία ελληνική < δραπέτης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δραπετεύω

  1. φεύγω κρυφά από έναν κλειστό φυλασσόμενο χώρο (φυλακή, στρατόπεδο κλπ)
  2. (μεταφορικά) ξεφεύγω, έστω και προσωρινά από μια δυσάρεστη κατάσταση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]