δραπέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δραπέτης οι δραπέτες
      γενική του δραπέτη των δραπετών
    αιτιατική τον δραπέτη τους δραπέτες
     κλητική δραπέτη δραπέτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραπέτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δραπέτης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɾaˈpe.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δρα‐πέ‐της

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραπέτης αρσενικό (θηλυκό δραπέτισσα ή λογιότερο δραπέτις)

  1. αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
  2. (μεταφορικά) αυτός που καταφέρνει να ξεφύγει από ένα εχθρικό περιβάλλον

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δραπέτης οἱ δραπέται
      γενική τοῦ δραπέτου τῶν δραπετῶν
      δοτική τῷ δραπέτ τοῖς δραπέταις
    αιτιατική τὸν δραπέτην τοὺς δραπέτᾱς
     κλητική ! δραπέτ δραπέται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δραπέτ
γεν-δοτ τοῖν  δραπέταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραπέτης < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραπέτης αρσενικό (θηλυκό δραπέτις)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]