δραπέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραπέτης < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραπέτης αρσενικό, δραπέτις ή δραπέτισσα θηλυκό

  1. αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
  2. (μεταφορικά) αυτός που καταφέρνει να ξεφύγει από ένα εχθρικό περιβάλλον

Μεταφράσεις[επεξεργασία]