διαφεύγω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]διαφεύγω
- Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
- ※ Εχει όνομα, έχει πρόσωπο αλλά συνεχίζει να διαφεύγει: το ανθρωποκυνηγητό συνεχίζεται σήμερα για τη σύλληψη του Σερίφ Σεκάτ, του φερόμενου ως δράστη της φονικής επίθεσης στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου, η οποία θα παραμείνει κλειστή και σήμερα. (www.kathimerini.gr, 13.12.2018)
- Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα)
ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη
- Διαρρέω, διαχέομαι
- ※ Με τη μύτη ενός μαχαιριού κάνουμε μια μικρή τρύπα στο κέντρο για να διαφεύγει ο ατμός του ψησίματος. (www.kathimerini.gr, 21.07.2025)
- (μεταφορικά) αγνοούμαι, παραβλέπομαι
- ※ Ξαναδιάβασα δις και τρις την επιστολή για να καταλάβω πώς μου διέφυγε το γεγονός ότι ο γράφων το εννοούσε ειρωνικά. (www.kathimerini.gr 09.09.2022)