διαφεύγω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαφεύγω < διά + φεύγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαφεύγω

1. Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός

2 Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα)

3 Διαρρέω, διαχέομαι


ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]