escape

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

escape (en)

  1. δραπετεύω
  2. αποφεύγω κάτι δυσάρεστο
  3. ξεφεύγω από κάτι
  4. διαφεύγω (για κάτι που δεν μπορούμε να θυμηθούμε)
  5. (πληροφορική) σταματώ μια διεργασία πατώντας το πλήκτρο "Esc" ή κάποιο άλλο συνδυασμό πλήκτρων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

escape (en)

  1. η δραπέτευση
  2. το πλήκτρο "Esc" στο πληκτρολόγιο των υπολογιστών

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]