Μετάβαση στο περιεχόμενο

escapee

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
escapee escapees

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

escapee (en)