πάλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πάλη οι πάλες
      γενική της πάλης των παλών
    αιτιατική την πάλη τις πάλες
     κλητική πάλη πάλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάλη < αρχαία ελληνική πάλη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpa.li/
πάλη 
ομόηχο: πάλι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάλη θηλυκό

  1. αγώνισμα κατά το οποίο δύο αθλούμενοι αγωνίζονται σώμα με σώμα σε μια προσπάθεια να καταβάλει ο ένας τον άλλο
  2. (μεταφορικά) αγώνας, διαμάχη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]