πάλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάλη πάλες
γενική πάλης παλών
αιτιατική πάλη πάλες
κλητική πάλη πάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάλη < αρχαία ελληνική πάλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpa.li/
πάλη 
Ομώνυμα: πάλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάλη θηλυκό

  1. αγώνισμα κατά το οποίο δύο αθλούμενοι αγωνίζονται σώμα με σώμα σε μια προσπάθεια να καταβάλει ο ένας τον άλλο
  2. (μεταφορικά) αγώνας, διαμάχη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]